Από τις αγροτικές κινητοποιήσεις στην ανάγκη για ένα νέο μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης

Από τις αγροτικές κινητοποιήσεις στην ανάγκη για ένα νέο μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης

  • ENG

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών δεν αποτελούν ένα μεμονωμένο γεγονός, ούτε μια πρόσκαιρη αντίδραση σε επιμέρους μέτρα πολιτικής. Αποτελούν παράλληλα έκφραση μιας βαθιάς και χρόνιας κρίσης της ελληνικής υπαίθρου, που αφορά το παρόν και το μέλλον της αγροτικής παραγωγής, των τοπικών κοινωνιών και της επισιτιστικής ασφάλειας της χώρας.

Πίσω από τα αιτήματα των κινητοποιήσεων βρίσκεται και μια συσσωρευμένη αγωνία. Οι παραγωγοί βιώνουν καθημερινά ένα περιβάλλον υψηλού κόστους παραγωγής, αβεβαιότητας και διαρκών μεταβολών στο θεσμικό και οικονομικό πλαίσιο, χωρίς σαφή προοπτική βιωσιμότητας. Η απόσταση ανάμεσα στην αγροτική πολιτική και τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων της υπαίθρου διευρύνεται, ενώ οι μηχανισμοί στήριξης συχνά αποτυγχάνουν να λειτουργήσουν με διαφάνεια, δικαιοσύνη και αποτελεσματικότητα.

Οι κινητοποιήσεις αυτές, επομένως, δεν αφορούν απλώς το σύστημα επιδοτήσεων (βλ. ΟΠΕΚΕΠΕ), τη μείωση κόστους παραγωγής ή την τιμή της ενέργειας. Είναι ένα μήνυμα ότι το κυρίαρχο μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης έχει εξαντλήσει τα όριά του. Ένα μοντέλο που αντιμετώπισε τη γεωργία και την κτηνοτροφία ως περιθωριακές δραστηριότητες και όχι ως στρατηγικούς πυλώνες κοινωνικής συνοχής, επισιτιστικής ασφάλειας και περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας.

Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας οι συνέπειες αυτής της πορείας είναι ήδη ορατές: Η αγροτική παραγωγή κινείται στα όρια της βιωσιμότητας, οι ανισότητες μεταξύ μικρών και μεγάλων εκμεταλλεύσεων διευρύνονται και η εγκατάλειψη της γεωργίας επιταχύνεται. Μεταξύ 2007 και 2021, ένας στους τρεις μικρούς παραγωγούς διέκοψε τη δραστηριότητά του, αφήνοντας πίσω του όχι μόνο χωράφια, αλλά και κοινότητες που χάνουν σταδιακά τη δυνατότητα ανανέωσης και συνέχειας.

Στον πυρήνα αυτής της κρίσης βρίσκεται ένα μοντέλο αγροτικής ανάπτυξης που στερείται πρόληψης και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού και εγκλωβίζει τους παραγωγούς σε έναν φαύλο κύκλο εξάρτησης. Αντί να ενισχύει τη βιωσιμότητα και την αυτονομία τους, τούς ωθεί σε πρακτικές υψηλού κόστους και αυξημένου ρίσκου, διευρύνοντας τις ανισότητες και αποδυναμώνοντας την ανθεκτικότητα των αγροτικών συστημάτων.

Η απουσία πρόληψης αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στην κτηνοτροφία. Οι μαζικές θανατώσεις ζώων εξαιτίας ζωονόσων φέρνουν στο προσκήνιο την έλλειψη προληπτικών μέτρων, την απόρριψη εμβολιαστικών προγραμμάτων σε ζώνες υψηλού ρίσκου, την υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών και την απουσία ολοκληρωμένων σχεδίων πρόληψης και αντιμετώπισης. Το κόστος αυτών των αστοχιών μετακυλίεται, για ακόμη μία φορά, στους κτηνοτρόφους και στις τοπικές κοινωνίες, με ανεπανόρθωτες απώλειες για την παραγωγή, την τοπική οικονομία και την πολιτιστική κληρονομιά της ελληνικής κτηνοτροφίας.

Οι κινητοποιήσεις των αγροτών δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάστηκε και εφαρμόστηκε διαχρονικά η Κοινή Αγροτική Πολιτική στην Ελλάδα. Η ΚΑΠ αποτέλεσε βασικό στήριγμα για τον αγροτικό κόσμο, καθώς οι κοινοτικές ενισχύσεις συνιστούν σημαντικό μέρος του εισοδήματος των παραγωγών. Ταυτόχρονα, όμως, ο τρόπος εφαρμογής της συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός μοντέλου που ευνόησε την εξάρτηση από επιδοτήσεις, τη συγκέντρωση πόρων και την αναπαραγωγή ανισοτήτων, χωρίς να ενισχύσει ουσιαστικά τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα της ελληνικής γεωργίας.

Οι στρεβλώσεις στην κατανομή των ενισχύσεων, η έλλειψη διαφάνειας και ουσιαστικού ελέγχου, καθώς και η αδυναμία σύνδεσης της στήριξης με την πραγματική παραγωγή, την προστασία των φυσικών πόρων και τη στήριξη των μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων, υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη στο σύστημα. Έτσι, η ΚΑΠ αντί να λειτουργήσει ως μοχλός μετασχηματισμού, λειτούργησε συχνά ως μηχανισμός διαχείρισης της κρίσης, χωρίς να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της.

Οι πρόσφατες εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο εντείνουν τον προβληματισμό, καθώς αποδυναμώνονται περιβαλλοντικές και κοινωνικές εγγυήσεις που αποτελούν προϋπόθεση για την ανθεκτικότητα της γεωργίας και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος. Η απομάκρυνση από πρακτικές που στηρίζουν υγιή εδάφη, βιοποικιλότητα και λειτουργικά οικοσυστήματα δεν ενισχύει τους παραγωγούς, αλλά ευνοεί τη συγκέντρωση και τη βιομηχανοποίηση της αγροδιατροφής. Καθώς η συζήτηση για την επόμενη Κοινή Αγροτική Πολιτική βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, αναδεικνύεται η ανάγκη ο επανασχεδιασμός της να απαντήσει στις αιτίες που βρίσκονται πίσω από τις σημερινές κινητοποιήσεις: τη στήριξη των μικρών και μεσαίων παραγωγών, τη διαφάνεια στη διαχείριση των πόρων και την επένδυση στην ανθεκτικότητα των αγροτικών συστημάτων.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, το MedINA υπογραμμίζει ότι η συγκυρία των κινητοποιήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Απαιτεί μια ουσιαστική αλλαγή παραδείγματος, που θα στηρίζεται στη διαφάνεια για τη διαχείριση των ενισχύσεων, στην έμπρακτη στήριξη των μικρών και μεσαίων παραγωγών, στην επένδυση στην πρόληψη και στην ανθεκτικότητα των αγροτικών συστημάτων, καθώς και στην ενεργή συμμετοχή των τοπικών κοινοτήτων στη λήψη αποφάσεων.

Η αγροδιατροφική κληρονομιά της Ελλάδας αποτελεί έναν ανεκτίμητο πόρο και ταυτόχρονα μια μεγάλη ευκαιρία. Η τοπική γνώση, τα εμβληματικά προϊόντα, τα παραδοσιακά και αειφόρα συστήματα διαχείρισης του τοπίου και οι πολιτισμικές πρακτικές της υπαίθρου μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που δημιουργεί αξία, ενισχύει την κοινωνική συνοχή και δίνει προοπτική στους νέους ανθρώπους στην παραγωγή.

Σε αυτό το πλαίσιο, η μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο γεωργίας και κτηνοτροφίας δεν αποτελεί απλώς απάντηση στη σημερινή συγκυρία, αλλά στρατηγική επιλογή. Μια επιλογή με ισχυρά κοινωνικά, περιβαλλοντικά και οικονομικά οφέλη, που επανατοποθετεί τη γεωργία και την κτηνοτροφία στον πυρήνα της επισιτιστικής ασφάλειας, της κοινωνικής συνοχής της υπαίθρου και της περιβαλλοντικής ανθεκτικότητας της χώρας.